Πολλά θα ήθελα να πω γι' αυτή τη χρονιά που πέρασε, αλλά μάλλον δε μου βγαίνουν. Ήταν περίεργη, αυτό το ξέρω - όπως περίεργα νιώθω κι εγώ τώρα. Άλλωστε οι γιορτές είναι και σαν μεγεθυντικός φακός, αν είσαι καλά σε κάνουν καλύτερα, αν είσαι σκατά σε κάνουν σκατότερα κι αν δεν ξέρεις τι είσαι...δεν ξέρω τι σε κάνουν.
Ο απολογισμός μου δεν είναι όπως θα τον ήθελα - μένουν ακόμα τόσα να γίνουν. Η ζωή μου σίγουρα δεν είναι όπως θα την ήθελα και οι γιορτές, για πολλοστή συνεχόμενη χρονιά, με βρίσκουν στο γνωστό ρουτινιάρικο ξενέρωμα που μεταφράζεται στο "τα ίδια μωρέ...οικογενειακά...". (Μου έχω υποσχεθεί αυτή να είναι η τελευταία χρονιά που αφήνομαι στο "οικογενειακά" έτσι αβίαστα.) Το 2010 ήταν μάλλον η πιο δύσκολη χρονιά της ενήλικης ζωής μου, μια από τις λίγες φορές που πραγματικά ένιωσα να πιάνω πάτο ψυχικά. Προφανώς αυτό μου χρειαζόταν, γιατί είναι επίσης μια από τις λίγες φορές που άρχισα στ' αλήθεια να αλλάζω τα όσα για πολύ καιρό άφησα να με κρατάνε πίσω. Και μπορεί η αλλαγή να θέλει χρόνο (και να είναι ακόμα ημιτελής), αλλά ξέρω ότι, χρόνια μετά, θα κοιτάζω πίσω και θα λέω ότι, πάνω από όλα, το 2010 ήταν η χρονιά που άρχισα να προσπαθώ. Κάτι είναι κι αυτό ε;
"Του χρόνου" (αστείο το πώς μετράμε το χρόνο...) μου υπόσχομαι να γίνω λιγότερο τεμπέλα και φυγόπονη. Μου υπόσχομαι να παρεκτρέπομαι όσο πιο πολύ γίνεται, να τολμάω, να αφοσιώνομαι όλο και περισσότερο στα πράγματα που αγαπώ, εν ολίγοις μου υπόσχομαι να ζήσω όσο πιο πολύ γίνεται. Μου εύχομαι να βρω στο δρόμο μου καινούργιους ανθρώπους (και κάποιους από τους παλιούς, ακούς Αιθέρια;;), μου εύχομαι να αποκτήσω την πραγματική μου ανεξαρτησία και ελευθερία. Εν ολίγοις, θέλω, αν το 2010 ήταν η χρονιά που προσπάθησα, το 2011 να είναι η χρονιά που τα κατάφερα. Και αν τύχει και το διαβάζει κανείς αυτό το ποστ, μιας και δεν είμαι καλή στις ευχές γενικώς...το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς. (Εναλλακτικά, ό,τι ποθείτε για το 2011...και προσοχή στο τι ποθείτε!) Αυτά...
Υ.Γ. Εν τω μεταξύ φέτος, κάτι η "Κρίση", κάτι τα "Δέματα", κάτι το Spooky Tree (γιατί χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν το λες) στο Σύνταγμα, κάτι οι απεργίες και τα ρέστα, αυτές πρέπει να είναι μακράν οι λιγότερο εορταστικές γιορτές ever! Μου φαίνεται, ή είναι κλασσική περίπτωση προβολής της δικής μου φάσης άρνησης;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μες στο κλίμα των γιορτών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μες στο κλίμα των γιορτών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
31/12/10
29/12/10
Quotes
Διάλογοι του σογιού μου από την προηγούμενη εβδομάδα:
1) Σχεδόν εκατονταετής μπάρμπας μας:
- Τελευταία όλο με ζητάνε.
- Ποιοι;
- Η x1 (η νεκρή γυναίκα του), ο x2 (ο νεκρός αδερφός του), η x3 (η νεκρή αδερφή του). Όλο με ζητάνε κι εγώ δεν απαντάω.
- Παππού αποκλείεται να είναι αυτοί.
- Αυτοί είναι!
- Αφού είναι πεθαμένοι!
- Το ξέρω, γι' αυτό δεν ανοίγω! Αλλά όλο μου χτυπάνε τα κουδούνια!
- Αν ήταν αυτοί τα κουδούνια θα χτύπαγαν; Έχουν κλειδιά!
- Σαν να έχεις δίκιο...
2) Θρήσκος θείος, θρήσκα μάνα, άθεος ξάδερφος, παραμονή Χριστουγέννων:
Θ.Μ. Αύριο έχει λειτουργία 5.30-8.30, εγώ θα πάω.
Θ.Θ. Ωραία, θα έρθω κι εγώ να ψάλλω.
Α.Ξ. Θα σηκωθείς εσύ αξημέρωτα να πας να ψάλλεις;
Θ.Θ. Ναι, γιατί;
Α.Ξ. Λέω, που τελευταία όλο σε πλακώνει το πάπλωμα.
Θ.Θ. Όχι, όχι, θα σηκωθώ κατά τις 6, μέχρι να ετοιμαστώ θα πάει 6.30, θα πάω στους ψάλτες....
Θ.Μ. 5.30 είναι η λειτουργία, 5 πρέπει να σηκωθείς.
Θ.Θ. Α ναι, 5 θα σηκωθώ, μέχρι να ετοιμαστώ 5.30...
Α.Ξ. 5.30 θα πας; Ούτε soundcheck δε θα κάνεις πριν;
Θ.Θ. Σαν.... τι;
Α.Ξ. Soundcheck λέω, δε θα κάνεις;
Θ.Θ. (Με την πλήρη άγνοια στο μάτι) Καλά ό,τι θες το κάνουμε μετά τη λειτουργία.
Νομίζω ότι το σόι μου είναι βαρεμένο. Με την καλή την έννοια πάντα.
1) Σχεδόν εκατονταετής μπάρμπας μας:
- Τελευταία όλο με ζητάνε.
- Ποιοι;
- Η x1 (η νεκρή γυναίκα του), ο x2 (ο νεκρός αδερφός του), η x3 (η νεκρή αδερφή του). Όλο με ζητάνε κι εγώ δεν απαντάω.
- Παππού αποκλείεται να είναι αυτοί.
- Αυτοί είναι!
- Αφού είναι πεθαμένοι!
- Το ξέρω, γι' αυτό δεν ανοίγω! Αλλά όλο μου χτυπάνε τα κουδούνια!
- Αν ήταν αυτοί τα κουδούνια θα χτύπαγαν; Έχουν κλειδιά!
- Σαν να έχεις δίκιο...
2) Θρήσκος θείος, θρήσκα μάνα, άθεος ξάδερφος, παραμονή Χριστουγέννων:
Θ.Μ. Αύριο έχει λειτουργία 5.30-8.30, εγώ θα πάω.
Θ.Θ. Ωραία, θα έρθω κι εγώ να ψάλλω.
Α.Ξ. Θα σηκωθείς εσύ αξημέρωτα να πας να ψάλλεις;
Θ.Θ. Ναι, γιατί;
Α.Ξ. Λέω, που τελευταία όλο σε πλακώνει το πάπλωμα.
Θ.Θ. Όχι, όχι, θα σηκωθώ κατά τις 6, μέχρι να ετοιμαστώ θα πάει 6.30, θα πάω στους ψάλτες....
Θ.Μ. 5.30 είναι η λειτουργία, 5 πρέπει να σηκωθείς.
Θ.Θ. Α ναι, 5 θα σηκωθώ, μέχρι να ετοιμαστώ 5.30...
Α.Ξ. 5.30 θα πας; Ούτε soundcheck δε θα κάνεις πριν;
Θ.Θ. Σαν.... τι;
Α.Ξ. Soundcheck λέω, δε θα κάνεις;
Θ.Θ. (Με την πλήρη άγνοια στο μάτι) Καλά ό,τι θες το κάνουμε μετά τη λειτουργία.
Νομίζω ότι το σόι μου είναι βαρεμένο. Με την καλή την έννοια πάντα.
7/4/10
Πάσχα...
...σημαίνει πέρασμα. Έτσι μας λέγανε στο σχολείο. Υπό αυτή την έννοια, το φετινό μου Πάσχα ήταν μάλλον το πιο "πασχαλινό" απ' όλα. Κρίμα να μη μπορώ να το γιορτάσω. Ίσως του χρόνου να εκτιμήσω την αξία του "περάσματος". Προς το παρόν, είναι όλα πολύ οδυνηρά και πολύ μοναχικά. Σαν Μεγάλη Εβδομάδα. Βρε λες τελικά να φταίει που δεν είμαι πιστή χριστιανή και η Ανάσταση δεν έφτασε ως εδώ; Ίδωμεν...
30/3/10
Η μετακόμιση
Είδα ένα περίεργο όνειρο χτες...
Ήμουν λέει ξαφνικά σ' ένα σπίτι, που ήταν "το σπίτι μου", αλλά δεν ήταν ούτε το σπίτι που μεγάλωσα, ούτε το σπίτι που έμενα κανονικά. Μπαίνοντας ήρθα αντιμέτωπη με το ανεκδιήγητο ντεκόρ της μάνας μου με σεμεδάκια, μπιμπελό και λοιπά παρεμφερή και στα ενδότερα είδα τα πράγματά μου. "Τα πράγματά μου" από όλες σχεδόν τις φάσεις της ζωής μου: Το παμπάλαιο διπλοκάσετο-cd player που είχα λιώσει στην εφηβεία μου, το επιτραπέζιο καβαλέτο που μου είχαν κάνει δώρο πριν λίγα χρόνια, το βιβλίο που διάβαζα πριν τρεις μέρες, μια κουβέρτα που τη θυμάμαι από πιτσιρίκι, το stage piano που μάζευα λεφτά για να το αγοράσω πρόπερσι και το πιάνο που άρχισα να παίζω όταν ήμουν 7 χρονών, ένα ζευγάρι bongos, μισοτελειωμένες ζωγραφιές, βιβλία από τη σχολή, παραπεταμένα πιο δίπλα κάτι θέματα πανελληνίων και δίπλα το σκριπτ ενός χαζο-θεατρικού του γυμνασίου, έναν αργιλέ που είχα κουβαλήσει η ίδια από τα Γιάννενα με ΚΤΕΛ, το made in japan των deep purple στολισμένο με τις γρατζουνιές του που το έχουν καταστήσει, εδώ και μια δεκαετία, κατάλληλο μόνο για σουβέρ....και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Και κοντά σ' αυτά, κάτι έπιπλα που ήταν λέει δικά μου, αλλά καινούργια, σχεδόν αχρησιμοποίητα, που δε μου έφερναν και καμιά ανάμνηση στο νου.
Οι γονείς μου, που μπήκαν μαζί μου στο σπίτι "μου", έβλεπαν την κατάσταση ως απολύτως φυσιολογική. "Καλωσήρθες στο σπίτι σου", μου έλεγαν, "όλα θα πάνε καλά" κι εγώ από μέσα μου φώναζα, "μα πώς γίνεται να μην ξέρετε ότι δεν είναι το σπίτι μου εδώ; Εγώ μένω αλλού!" αλλά απ' έξω μου σαν να μη μπορούσα να μιλήσω. Και ο χώρος μου έμοιαζε όλο και πιο μικρός, η ανάσα μου όλο και κοβόταν και σιγά σιγά ένιωθα ότι ο αέρας δε μου έφτανε πια. Άρχισα να κλαίω ασυναίσθητα και οι δικοί μου, με ένα ύφος συγκατάβασης μου είπαν "έχεις συγκινηθεί ε; Όλα θα πάνε καλά".
Ξαφνικά δεν άντεχα άλλο πια. Ήμουν βέβαιη ότι είμαι σε όνειρο και έπρεπε να αντιδράσω για να ξυπνήσω. "Θέλω να πάω σπίτι μου!" φώναξα πανικόβλητη, "όχι σ' αυτό! στο άλλο, το κανονικό!". Αλλά δεν ξύπνησα. H μάνα μου έβαλε τα κλάματα, ο πατέρας μου έμεινε αποσβολωμένος να με κοιτάζει. "Παιδί μου, εδώ είναι το σπίτι σου", μου είπαν ξανά. "Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά", σαν δίσκος κολλημένος στο ίδιο σημείο, με ένα ύφος λες και ετοιμάζονταν να μου κάνουν καμιά ένεση με ηρεμιστικό.
Και μετά δε θυμάμαι. Ή μάλλον θυμάμαι, αλλά πολύ θολά. Ξέρω στα σίγουρα όμως, ότι σήμερα δεν έχω ακόμα βγει απ' το περίργο όνειρο. Τείνω δε να πιστέψω, ότι δεν είναι καν όνειρο τελικά...
Είναι προφανές αυτό που θα πω, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς. Το να μένεις με τους γονείς σου SUCKS BIGTIME. Ιδίως αν τα τελευταία 8-9 χρόνια της ζωής σου έχεις μάθει αλλιώς... Το ότι βρήκα τη Μ.Εβδομάδα να μετακομίσω, θα το θεωρήσω ειρωνία της τύχης. Άντε, να τη βγάλουμε κι αυτή την εβδομάδα των παθών (μου)... Δε μπορεί, θα περάσει.
Ήμουν λέει ξαφνικά σ' ένα σπίτι, που ήταν "το σπίτι μου", αλλά δεν ήταν ούτε το σπίτι που μεγάλωσα, ούτε το σπίτι που έμενα κανονικά. Μπαίνοντας ήρθα αντιμέτωπη με το ανεκδιήγητο ντεκόρ της μάνας μου με σεμεδάκια, μπιμπελό και λοιπά παρεμφερή και στα ενδότερα είδα τα πράγματά μου. "Τα πράγματά μου" από όλες σχεδόν τις φάσεις της ζωής μου: Το παμπάλαιο διπλοκάσετο-cd player που είχα λιώσει στην εφηβεία μου, το επιτραπέζιο καβαλέτο που μου είχαν κάνει δώρο πριν λίγα χρόνια, το βιβλίο που διάβαζα πριν τρεις μέρες, μια κουβέρτα που τη θυμάμαι από πιτσιρίκι, το stage piano που μάζευα λεφτά για να το αγοράσω πρόπερσι και το πιάνο που άρχισα να παίζω όταν ήμουν 7 χρονών, ένα ζευγάρι bongos, μισοτελειωμένες ζωγραφιές, βιβλία από τη σχολή, παραπεταμένα πιο δίπλα κάτι θέματα πανελληνίων και δίπλα το σκριπτ ενός χαζο-θεατρικού του γυμνασίου, έναν αργιλέ που είχα κουβαλήσει η ίδια από τα Γιάννενα με ΚΤΕΛ, το made in japan των deep purple στολισμένο με τις γρατζουνιές του που το έχουν καταστήσει, εδώ και μια δεκαετία, κατάλληλο μόνο για σουβέρ....και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Και κοντά σ' αυτά, κάτι έπιπλα που ήταν λέει δικά μου, αλλά καινούργια, σχεδόν αχρησιμοποίητα, που δε μου έφερναν και καμιά ανάμνηση στο νου.
Οι γονείς μου, που μπήκαν μαζί μου στο σπίτι "μου", έβλεπαν την κατάσταση ως απολύτως φυσιολογική. "Καλωσήρθες στο σπίτι σου", μου έλεγαν, "όλα θα πάνε καλά" κι εγώ από μέσα μου φώναζα, "μα πώς γίνεται να μην ξέρετε ότι δεν είναι το σπίτι μου εδώ; Εγώ μένω αλλού!" αλλά απ' έξω μου σαν να μη μπορούσα να μιλήσω. Και ο χώρος μου έμοιαζε όλο και πιο μικρός, η ανάσα μου όλο και κοβόταν και σιγά σιγά ένιωθα ότι ο αέρας δε μου έφτανε πια. Άρχισα να κλαίω ασυναίσθητα και οι δικοί μου, με ένα ύφος συγκατάβασης μου είπαν "έχεις συγκινηθεί ε; Όλα θα πάνε καλά".
Ξαφνικά δεν άντεχα άλλο πια. Ήμουν βέβαιη ότι είμαι σε όνειρο και έπρεπε να αντιδράσω για να ξυπνήσω. "Θέλω να πάω σπίτι μου!" φώναξα πανικόβλητη, "όχι σ' αυτό! στο άλλο, το κανονικό!". Αλλά δεν ξύπνησα. H μάνα μου έβαλε τα κλάματα, ο πατέρας μου έμεινε αποσβολωμένος να με κοιτάζει. "Παιδί μου, εδώ είναι το σπίτι σου", μου είπαν ξανά. "Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά", σαν δίσκος κολλημένος στο ίδιο σημείο, με ένα ύφος λες και ετοιμάζονταν να μου κάνουν καμιά ένεση με ηρεμιστικό.
Και μετά δε θυμάμαι. Ή μάλλον θυμάμαι, αλλά πολύ θολά. Ξέρω στα σίγουρα όμως, ότι σήμερα δεν έχω ακόμα βγει απ' το περίργο όνειρο. Τείνω δε να πιστέψω, ότι δεν είναι καν όνειρο τελικά...
Είναι προφανές αυτό που θα πω, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς. Το να μένεις με τους γονείς σου SUCKS BIGTIME. Ιδίως αν τα τελευταία 8-9 χρόνια της ζωής σου έχεις μάθει αλλιώς... Το ότι βρήκα τη Μ.Εβδομάδα να μετακομίσω, θα το θεωρήσω ειρωνία της τύχης. Άντε, να τη βγάλουμε κι αυτή την εβδομάδα των παθών (μου)... Δε μπορεί, θα περάσει.
Ετικέτες
θέλω πτυχίο λέμε,
μες στο κλίμα των γιορτών,
ουφ,
surreal
1/1/09
...and a happy new year
Ο χρόνος είναι μια ατελείωτη ευθεία. Ο χρόνος είναι το άπειρο. Και όπως καθετί το άπειρο, τις πιο πολλές φορές δεν μπορούμε να τον κοιτάξουμε στα μάτια. Για να τον φέρουμε στα μέτρα μας προσπαθούμε να τον μετρήσουμε σε ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, σε περιστροφές του μικρού μας πλανήτη γύρω από το μικρό εαυτό του και γύρω από το μικρό του ήλιο. Προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως δεν είναι ευθεία, είναι κύκλοι επαναλαμβανόμενοι, κάθε κύκλος και μια νέα αρχή - γιατί όλοι μας έχουμε, κάποιες φορές στη ζωή μας, ανάγκη μια τουλάχιστον καινούργια αρχή. Τον γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά - γιατί όλοι μας έχουμε, κάποιες φορές στη ζωή μας, ανάγκη να γιορτάζουμε για κάτι. Και λέμε "και του χρόνου" γιατί έχουμε ανάγκη να νομίζουμε ότι, αν το πούμε, αυξάνουμε όντως τις πιθανότητες να είμαστε ακόμα εδώ, μαζί και καλά "και του χρόνου".
Αυτή τη φορά, όπως και πολλές άλλες φορές, είμαι μέσα σ' αυτούς που έχουν ανάγκη μια καινούργια αρχή. Και, μιας και φέτος μου έπεσε και το φλουρί, θέλω έτσι χαζά να σκέφτομαι ότι, μέχρι να περιστραφεί η γη άλλες 365 φορές γύρω από τον εαυτό της, τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Και "του χρόνου"... βλέπουμε. Συνεπώς, καλή χρονιά σε όλους, ό,τι ποθούμε να το πάθουμε και να ποθήσουμε ακόμα περισσότερα. Και, για το καλό μας, να προσέχουμε τι (και ποιους) ποθούμε.
Αυτή τη φορά, όπως και πολλές άλλες φορές, είμαι μέσα σ' αυτούς που έχουν ανάγκη μια καινούργια αρχή. Και, μιας και φέτος μου έπεσε και το φλουρί, θέλω έτσι χαζά να σκέφτομαι ότι, μέχρι να περιστραφεί η γη άλλες 365 φορές γύρω από τον εαυτό της, τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Και "του χρόνου"... βλέπουμε. Συνεπώς, καλή χρονιά σε όλους, ό,τι ποθούμε να το πάθουμε και να ποθήσουμε ακόμα περισσότερα. Και, για το καλό μας, να προσέχουμε τι (και ποιους) ποθούμε.
28/12/08
On a different note....
27/12/08
Being emo
Κάθε χρόνο, ενδιαμέσως Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, γίνομαι λίγο emo - ιδίως τις ζυγές χρονιές.... Δε φταίω εγώ, ειλικρινά. Είναι που αυτές τις μέρες έτυχε να τις έχω συνδυάσει με την απώλεια του θανάτου. Ε, όσο και να χορτάσεις γαλοπούλα και όσο και να σε γεμίσει δώρα ο Αϊ- Βασίλης, αυτό δεν το ξεχνάς (εντάξει, μπορεί και να φταίω κι εγώ λίγο τελικά...). Και σύμφωνοι, τελικά μπορεί να επιστρέφω στο γιορτινό mood, αλλά εντέλει, πάντα κάποια ή κάποιες από τις μέρες ή (ιδίως) τις νύχτες των χριστουγεννιάτικων διακοπών μου είναι λίγο σαν το δικό μου προσωπικό ψυχοσάββατο.
Η κατάσταση ξεκίνησε το '94 όταν, δυο εβδομάδες πριν τα Χριστούγεννα του '94, έφυγε η γιαγιά μου τελείως ξαφνικά. Κανείς δεν το περίμενε ότι, την προηγούμενη, όταν έλεγε "δεν είμαι καλά, να με πάτε στο γιατρό", όντως δεν ήταν καλά - βλέπεις από το Σεπτέμβρη, που είχε χάσει τον αδερφό της, το συνήθιζε το "δεν είμαι καλά". Η μαμά μου το ανακοίνωσε σε μένα και την ξαδέρφη μου - η ξαδέρφη μου αμέσως έβαλε τα κλάματα, εγώ πάγωσα. Σαν να μην το πίστευα ξαφνικά. Μα... η γιαγιά μου; Η δικιά μου η γιαγιά; Η γιαγιά μου που τις προάλλες καθόταν δίπλα μου, η γιαγιά μου που το καλοκαίρι τρώγαμε φραγκόσυκα μαζί, η γιαγιά μου που ο παππούς μου την κυνήγαγε να παίρνει τα χάπια της κι αυτή τον έγραφε κι όμως ποτέ δεν είχε πάθει τίποτα, η γιαγιά που μου κληροδότησε το όνομά της, τα μαύρα μακριά μαλλιά της και τη συνήθεια να κυκλοφορώ ξυπόλυτη κι ας υπάρχουν γύρω μου 78695 ζευγάρια παπούτσια και παντόφλες, η γιαγιά μου που πήγαινα-δεν πήγαινα δημοτικό όταν κατασπαράξαμε μαζί τουλάχιστον ένα κιλό κουραμπιέδες και μελομακάρονα σε μια νύχτα (ήταν φαγανή η συγχωρεμένη); Η γιαγιά, που πάντα λέγαμε ότι δε μπορεί, σίγουρα ο Θεός της χρωστάει μέρες; Που όλο τον Ιούλιο έκανε ομηρικούς καβγάδες με τον παππού το Νίκο διότι το παλιό - και πλέον παντελώς άρχηστο - ψυγείο στη Μάνη ήθελε να το κρατήσει για να το χρησιμοποιεί εν είδει αποθήκης/ντουλαπιού (το θέαμα της γιαγιάς να βάζει τις παντόφλες της στο ψυγείο, σαν να ήταν κάτι το εντελώς φυσιολογικό, θα μου μείνει αξέχαστο...); Που όποτε ερχόταν να μείνει σπίτι μας κοιμόταν στο δωμάτιό μου, στο διπλανό κρεβάτι, κι όλο το βράδυ κρατούσε το χέρι μου σφιχτά κάτω από τα σκεπάσματα; Η γιαγιά μου...νεκρή.
Οι γονείς μου δε μας πήραν εμένα και τα ξαδέρφια μου στην κηδεία - ήμασταν λέει μικρά, καλύτερα για μας. Ο μπαμπάς μου, που έχασε τη μάνα του, ήρθε να συμφωνήσει με τη μαμά μου, που πριν χρόνια είχε χάσει και τη δική της μητέρα: το παιδί, όσων χρονών και να 'ναι όταν χάσει το γονιό του, δεν έχει σημασία...ορφανό θα νιώσει. Εγώ, λίγες μέρες μετά, χωρίς κανέναν να με βλέπει, και προσπαθώντας να μη με ακούσει κανείς, πλάνταξα στο κλάμα. Φυσικά εκείνη τη χρονιά δε στολίσαμε δέντρο και πλέον σταμάτησα οριστικά να λέω τα κάλαντα.
Η έγνοια μας θυμάμαι ήταν πώς θα πούμε τα νέα στον παππού το Νίκο. Αλλά η αλήθεια είναι, δε χρειαζόταν. Μετά από δυο πρόσφατα εγκεφαλικά, κατάκοιτος, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, εξακολουθούσε να έχει πλήρη συναίσθηση. Και φυσικά το κατάλαβε από τη ίδια ώρα. Σταμάτησε να είναι τόσο πρόθυμος στη φυσικοθεραπεία του και σταδιακά αφέθηκε. Και το επόμενο ψυχοσάββατο, τον είδα πρώτη φορά να κλαίει.
Δυο χρόνια αργότερα, παραμονή χριστουγέννων, έφυγε και ο παππούς από τη μεριά της μητέρας μου. Δεν τον είχα ζήσει τόσο, αλλά τον αγαπούσα. Είχε κι εκείνος τα χούγια και τις παραξενιές του - και πιθανόν από αυτόν να πήρα την αγάπη του για το κάπνισμα. Είπαμε να μην ξεστολίσουμε το ήδη στολισμένο σπίτι.... εκείνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν το πιο μελαγχολικό που είχα δει στη ζωή μου. Και το '98, έφυγε και ο παππούς ο Νίκος, κάπου ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. "Λυτρώθηκε", είπαμε μεταξύ μας - το είχαμε άλλωστε όλοι σκεφτεί πριν καιρό. Κι όμως, η απώλεια έμοιαζε η ίδια. Κατεβήκαμε, χρονιάρες μέρες, στη Μάνη για την κηδεία. Τόσο κρύο δεν είχα ξανανιώσει - στο δέρμα μου, στην ψυχή μου. Άυπνοι πήγαμε όλοι στην εκκλησία του χωριού - που μέχρι τότε μόνο με γιορτές την είχα συνδυάσει - και μετά στο σπίτι - που ως τότε μόνο παιδικά καλοκαίρια μου θύμιζε. Ο πατέρας μου έκλαιγε σαν μικρό παιδί, δεν τον είχα ξαναδεί έτσι, περιστοιχισμένος από διάφορες καρακάξες μοιρολογίστρες που ήθελα διακαώς να πλακώσω στα χαστούκια. Αντ' αυτού, σηκώθηκα κι έφυγα κι έκατσα μόνη μου σε μια γωνιά πιο κει - και πάλι αδάκρυτη. Και έτσι, επειδή το '98 είχαμε "καλή σοδειά", παραμονή Πρωτοχρονιάς έφυγε ένας καλός οικογενειακός μας φίλος από καρκίνο, ο Μιχάλης - γλεντζές, τσιγκούνης, χαρτοπαίκτης, ελεεινός ελληνάρας οδηγός, αγαπημένος φίλος των γονιών μου και πολύ νέος για να μπει σε φέρετρο. Και επίσης, η "μυστηριώδης" Δώρα, η μόνη φίλη που η μάνα μου ανέφερε από τα φοιτητικά της χρόνια, την οποία ποτέ δεν είχα δει και πάντα με έτρωγε η περιέργεια...
Έτσι κατέληξαν οι μέρες της "γέννησης του Θεανθρώπου" για μένα να 'χουν μέσα και λίγο από θάνατο. Πολλές φορές είχα σκεφτεί ότι εντάξει, μπορεί το μέτρημα του χρόνου και οι μέρες του ημερολογίου να 'ναι ανθρώπινο δημιούργημα και μια υποκειμενική πραγματικότητα η οποία προφανώς και δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να επηρεάζει το πότε πεθαίνουμε και πότε όχι, ήταν όμως ανάγκη να πεθάνουν τόσοι γύρω στα Χριστούγεννα; Αλλά πια λέω, ίσως και να 'χει και τη συμβολική του αξία το πράγμα - ο θάνατος και η ζωή πάνε μαζί και να που πλέον αυτό δε μπορώ να το ξεχάσω. Άσε που μπορεί να 'ναι και καλύτερα που φύγαν έτσι διακριτικά, μέσα σε μέρες διακοπών και μας έδωσαν το χρόνο μας, αντί να μας αναγκάσουν να περιφέρουμε το πένθος μας στις δουλειές και τα σχολεία μας.
Αυτά τα ολίγα emo από μένα. Back to holiday mood τώρα...
Η κατάσταση ξεκίνησε το '94 όταν, δυο εβδομάδες πριν τα Χριστούγεννα του '94, έφυγε η γιαγιά μου τελείως ξαφνικά. Κανείς δεν το περίμενε ότι, την προηγούμενη, όταν έλεγε "δεν είμαι καλά, να με πάτε στο γιατρό", όντως δεν ήταν καλά - βλέπεις από το Σεπτέμβρη, που είχε χάσει τον αδερφό της, το συνήθιζε το "δεν είμαι καλά". Η μαμά μου το ανακοίνωσε σε μένα και την ξαδέρφη μου - η ξαδέρφη μου αμέσως έβαλε τα κλάματα, εγώ πάγωσα. Σαν να μην το πίστευα ξαφνικά. Μα... η γιαγιά μου; Η δικιά μου η γιαγιά; Η γιαγιά μου που τις προάλλες καθόταν δίπλα μου, η γιαγιά μου που το καλοκαίρι τρώγαμε φραγκόσυκα μαζί, η γιαγιά μου που ο παππούς μου την κυνήγαγε να παίρνει τα χάπια της κι αυτή τον έγραφε κι όμως ποτέ δεν είχε πάθει τίποτα, η γιαγιά που μου κληροδότησε το όνομά της, τα μαύρα μακριά μαλλιά της και τη συνήθεια να κυκλοφορώ ξυπόλυτη κι ας υπάρχουν γύρω μου 78695 ζευγάρια παπούτσια και παντόφλες, η γιαγιά μου που πήγαινα-δεν πήγαινα δημοτικό όταν κατασπαράξαμε μαζί τουλάχιστον ένα κιλό κουραμπιέδες και μελομακάρονα σε μια νύχτα (ήταν φαγανή η συγχωρεμένη); Η γιαγιά, που πάντα λέγαμε ότι δε μπορεί, σίγουρα ο Θεός της χρωστάει μέρες; Που όλο τον Ιούλιο έκανε ομηρικούς καβγάδες με τον παππού το Νίκο διότι το παλιό - και πλέον παντελώς άρχηστο - ψυγείο στη Μάνη ήθελε να το κρατήσει για να το χρησιμοποιεί εν είδει αποθήκης/ντουλαπιού (το θέαμα της γιαγιάς να βάζει τις παντόφλες της στο ψυγείο, σαν να ήταν κάτι το εντελώς φυσιολογικό, θα μου μείνει αξέχαστο...); Που όποτε ερχόταν να μείνει σπίτι μας κοιμόταν στο δωμάτιό μου, στο διπλανό κρεβάτι, κι όλο το βράδυ κρατούσε το χέρι μου σφιχτά κάτω από τα σκεπάσματα; Η γιαγιά μου...νεκρή.
Οι γονείς μου δε μας πήραν εμένα και τα ξαδέρφια μου στην κηδεία - ήμασταν λέει μικρά, καλύτερα για μας. Ο μπαμπάς μου, που έχασε τη μάνα του, ήρθε να συμφωνήσει με τη μαμά μου, που πριν χρόνια είχε χάσει και τη δική της μητέρα: το παιδί, όσων χρονών και να 'ναι όταν χάσει το γονιό του, δεν έχει σημασία...ορφανό θα νιώσει. Εγώ, λίγες μέρες μετά, χωρίς κανέναν να με βλέπει, και προσπαθώντας να μη με ακούσει κανείς, πλάνταξα στο κλάμα. Φυσικά εκείνη τη χρονιά δε στολίσαμε δέντρο και πλέον σταμάτησα οριστικά να λέω τα κάλαντα.
Η έγνοια μας θυμάμαι ήταν πώς θα πούμε τα νέα στον παππού το Νίκο. Αλλά η αλήθεια είναι, δε χρειαζόταν. Μετά από δυο πρόσφατα εγκεφαλικά, κατάκοιτος, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, εξακολουθούσε να έχει πλήρη συναίσθηση. Και φυσικά το κατάλαβε από τη ίδια ώρα. Σταμάτησε να είναι τόσο πρόθυμος στη φυσικοθεραπεία του και σταδιακά αφέθηκε. Και το επόμενο ψυχοσάββατο, τον είδα πρώτη φορά να κλαίει.
Δυο χρόνια αργότερα, παραμονή χριστουγέννων, έφυγε και ο παππούς από τη μεριά της μητέρας μου. Δεν τον είχα ζήσει τόσο, αλλά τον αγαπούσα. Είχε κι εκείνος τα χούγια και τις παραξενιές του - και πιθανόν από αυτόν να πήρα την αγάπη του για το κάπνισμα. Είπαμε να μην ξεστολίσουμε το ήδη στολισμένο σπίτι.... εκείνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν το πιο μελαγχολικό που είχα δει στη ζωή μου. Και το '98, έφυγε και ο παππούς ο Νίκος, κάπου ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. "Λυτρώθηκε", είπαμε μεταξύ μας - το είχαμε άλλωστε όλοι σκεφτεί πριν καιρό. Κι όμως, η απώλεια έμοιαζε η ίδια. Κατεβήκαμε, χρονιάρες μέρες, στη Μάνη για την κηδεία. Τόσο κρύο δεν είχα ξανανιώσει - στο δέρμα μου, στην ψυχή μου. Άυπνοι πήγαμε όλοι στην εκκλησία του χωριού - που μέχρι τότε μόνο με γιορτές την είχα συνδυάσει - και μετά στο σπίτι - που ως τότε μόνο παιδικά καλοκαίρια μου θύμιζε. Ο πατέρας μου έκλαιγε σαν μικρό παιδί, δεν τον είχα ξαναδεί έτσι, περιστοιχισμένος από διάφορες καρακάξες μοιρολογίστρες που ήθελα διακαώς να πλακώσω στα χαστούκια. Αντ' αυτού, σηκώθηκα κι έφυγα κι έκατσα μόνη μου σε μια γωνιά πιο κει - και πάλι αδάκρυτη. Και έτσι, επειδή το '98 είχαμε "καλή σοδειά", παραμονή Πρωτοχρονιάς έφυγε ένας καλός οικογενειακός μας φίλος από καρκίνο, ο Μιχάλης - γλεντζές, τσιγκούνης, χαρτοπαίκτης, ελεεινός ελληνάρας οδηγός, αγαπημένος φίλος των γονιών μου και πολύ νέος για να μπει σε φέρετρο. Και επίσης, η "μυστηριώδης" Δώρα, η μόνη φίλη που η μάνα μου ανέφερε από τα φοιτητικά της χρόνια, την οποία ποτέ δεν είχα δει και πάντα με έτρωγε η περιέργεια...
Έτσι κατέληξαν οι μέρες της "γέννησης του Θεανθρώπου" για μένα να 'χουν μέσα και λίγο από θάνατο. Πολλές φορές είχα σκεφτεί ότι εντάξει, μπορεί το μέτρημα του χρόνου και οι μέρες του ημερολογίου να 'ναι ανθρώπινο δημιούργημα και μια υποκειμενική πραγματικότητα η οποία προφανώς και δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να επηρεάζει το πότε πεθαίνουμε και πότε όχι, ήταν όμως ανάγκη να πεθάνουν τόσοι γύρω στα Χριστούγεννα; Αλλά πια λέω, ίσως και να 'χει και τη συμβολική του αξία το πράγμα - ο θάνατος και η ζωή πάνε μαζί και να που πλέον αυτό δε μπορώ να το ξεχάσω. Άσε που μπορεί να 'ναι και καλύτερα που φύγαν έτσι διακριτικά, μέσα σε μέρες διακοπών και μας έδωσαν το χρόνο μας, αντί να μας αναγκάσουν να περιφέρουμε το πένθος μας στις δουλειές και τα σχολεία μας.
Αυτά τα ολίγα emo από μένα. Back to holiday mood τώρα...
25/12/08
Merry Christmas
Ή αλλιώς, Christ the savior is born...
Η θρήσκα μαμά και θεία μου το πρωί έζησαν στιγμές απογοήτευσης.
"Λέγαμε κι εμείς θα προλάβουμε λειτουργία, αλλά τίποτα, τελευταίες φτάσαμε. Και Πιστεύω, Πάτερ Ημών είχαν ήδη περάσει."
"Α, όλα τα σουξέ δηλαδή."
"Εσύ από πότε έγινες τόσο αντιχριστιανική;"
Μαμά, δεν είμαι αντιχριστιανική. Απλά, το χριστουγεννιάτικο παραμύθι καιρό τώρα είναι για μένα ακριβώς αυτό: παραμύθι. Μ' αρέσει να το ακούω και καμιά φορά να το πιστεύω, όπως το μύθο του Αϊ-Βασίλη και τις ιστορίες των καλικάντζαρων. Όπως και το Θείο Πάθος. Όλα τους πολύ συμβολικά, με μια κάποια ομορφιά να κρύβεται στο μήνυμά τους. Αλλά ως εκεί. Ακόμα κι αν κάποιες φορές η συνήθεια με κάνει και λέω "Παναγιά μου" ή "Χριστέ μου", το μυαλό μου το ξέρει: δε θα με σώσει το Θείο Βρέφος. Δε θα με σώσει κανείς άλλος πέρα από μένα. Ιδιαιτέρως αν εκ των προτέρων επωμισθεί τις αμαρτίες μου για χάρη μου, μαζί με τη διδακτική τους αξία...
Άλλωστε, εδώ που τα λέμε, τι να 'ναι ο Θεός; Αν υπάρχει και αν πράγματι έφτιαξε τον κόσμο μας έτσι όπως τον ξέρουμε, η υπόστασή του θα πρέπει να είναι πέρα από την ύλη, την ενέργεια, το χώρο, το χρόνο, τα συναισθήματα και το πνεύμα - αφού όλα αυτά τα έχει ο ίδιος φτιάξει. Πόσο αλαζόνες είμαστε, να τολμάμε να δίνουμε στους θεούς μας ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ονόματα, ώστε να μπορούμε να τους νιώθουμε πιο κοντα στα μέτρα μας, ώστε να νιώθουμε πιο άνετα όταν τους λατρεύουμε.. και μετά να διαρηγνύουμε τα ιμάτιά μας ότι κατέχουμε την "πραγματική", την "αληθινή", την "αρτιότερη" πιστη. Πόσο αλαζόνες είμαστε, να χρησιμοποιούμε το Θεό σαν ένα παραμορφωτικό καθρέφτη, στον οποίο αντανακλάται το τελειοποιημένο, ανθρώπινό μας είδωλο, και μετά να παρατηρούμε με έκπληξη τάχα πως το ανθρώπινο γένος έχει φτιαχτεί "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση" του Θεού...
Αλλά τελοσπάντων έχει και τόση σημασία; Στην τελική τα Χριστούγεννα, πάνω απ' όλα, είναι μια ακόμα ευκαιρία να γιορτάσουμε, να βρεθούμε με τους δικούς μας και, στο πνεύμα των ημερών, να ξεκοιλιαστούμε στο φαΐ. Και, ενδεχομένως, να γίνουμε λίγο πιο παιδιά απ' ότι τις "κοινές", μη γιορτινές μέρες. Συνεπώς, θρησκειολογικές αναρωτήσεις τέλος, επιστροφή στον ιερό πόλεμο των μελομακάρονων. Reporting live from the αναμμένο τζάκι and the family τάβλι tournament, merry christmas to you all!
Η θρήσκα μαμά και θεία μου το πρωί έζησαν στιγμές απογοήτευσης.
"Λέγαμε κι εμείς θα προλάβουμε λειτουργία, αλλά τίποτα, τελευταίες φτάσαμε. Και Πιστεύω, Πάτερ Ημών είχαν ήδη περάσει."
"Α, όλα τα σουξέ δηλαδή."
"Εσύ από πότε έγινες τόσο αντιχριστιανική;"
Μαμά, δεν είμαι αντιχριστιανική. Απλά, το χριστουγεννιάτικο παραμύθι καιρό τώρα είναι για μένα ακριβώς αυτό: παραμύθι. Μ' αρέσει να το ακούω και καμιά φορά να το πιστεύω, όπως το μύθο του Αϊ-Βασίλη και τις ιστορίες των καλικάντζαρων. Όπως και το Θείο Πάθος. Όλα τους πολύ συμβολικά, με μια κάποια ομορφιά να κρύβεται στο μήνυμά τους. Αλλά ως εκεί. Ακόμα κι αν κάποιες φορές η συνήθεια με κάνει και λέω "Παναγιά μου" ή "Χριστέ μου", το μυαλό μου το ξέρει: δε θα με σώσει το Θείο Βρέφος. Δε θα με σώσει κανείς άλλος πέρα από μένα. Ιδιαιτέρως αν εκ των προτέρων επωμισθεί τις αμαρτίες μου για χάρη μου, μαζί με τη διδακτική τους αξία...
Άλλωστε, εδώ που τα λέμε, τι να 'ναι ο Θεός; Αν υπάρχει και αν πράγματι έφτιαξε τον κόσμο μας έτσι όπως τον ξέρουμε, η υπόστασή του θα πρέπει να είναι πέρα από την ύλη, την ενέργεια, το χώρο, το χρόνο, τα συναισθήματα και το πνεύμα - αφού όλα αυτά τα έχει ο ίδιος φτιάξει. Πόσο αλαζόνες είμαστε, να τολμάμε να δίνουμε στους θεούς μας ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ονόματα, ώστε να μπορούμε να τους νιώθουμε πιο κοντα στα μέτρα μας, ώστε να νιώθουμε πιο άνετα όταν τους λατρεύουμε.. και μετά να διαρηγνύουμε τα ιμάτιά μας ότι κατέχουμε την "πραγματική", την "αληθινή", την "αρτιότερη" πιστη. Πόσο αλαζόνες είμαστε, να χρησιμοποιούμε το Θεό σαν ένα παραμορφωτικό καθρέφτη, στον οποίο αντανακλάται το τελειοποιημένο, ανθρώπινό μας είδωλο, και μετά να παρατηρούμε με έκπληξη τάχα πως το ανθρώπινο γένος έχει φτιαχτεί "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση" του Θεού...
Αλλά τελοσπάντων έχει και τόση σημασία; Στην τελική τα Χριστούγεννα, πάνω απ' όλα, είναι μια ακόμα ευκαιρία να γιορτάσουμε, να βρεθούμε με τους δικούς μας και, στο πνεύμα των ημερών, να ξεκοιλιαστούμε στο φαΐ. Και, ενδεχομένως, να γίνουμε λίγο πιο παιδιά απ' ότι τις "κοινές", μη γιορτινές μέρες. Συνεπώς, θρησκειολογικές αναρωτήσεις τέλος, επιστροφή στον ιερό πόλεμο των μελομακάρονων. Reporting live from the αναμμένο τζάκι and the family τάβλι tournament, merry christmas to you all!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)